Οι ανατιμήσεις στα επαγγελματικά τιμολόγια της ΔΕΗ και στα πράσινα τιμολόγια της αγοράς εντείνουν την ανησυχία. Η εκτίμηση για Νοέμβριο και Δεκέμβριο, η πρόταση επιδότησης προς το ΥΠΕΝ και η ανάγκη άμεσων παρεμβάσεων.
Του Ιωάννη Κ. Αυγουστίδη
Ο Οκτώβριος του 2026 έφερε σημαντικές αυξήσεις στις χρεώσεις ηλεκτρικής ενέργειας, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τις ελληνικές επιχειρήσεις. Για χιλιάδες επαγγελματίες, το ηλεκτρικό ρεύμα δεν είναι απλώς ένας ακόμη λογαριασμός. Είναι ένα βασικό λειτουργικό κόστος που επηρεάζει άμεσα τη ρευστότητα, την ανταγωνιστικότητα και, σε αρκετές περιπτώσεις, τη βιωσιμότητα της επιχείρησής τους.
Το ερώτημα που απασχολεί πλέον την αγορά είναι σαφές: αν ο Οκτώβριος έφερε τόσο σημαντικές ανατιμήσεις, τι θα συμβεί τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο, όταν οι ανάγκες για ηλεκτρική ενέργεια αυξάνονται;
Η προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι οι επόμενοι δύο μήνες ενδέχεται να αποδειχθούν ακόμη δυσκολότεροι για τις επιχειρήσεις, εφόσον συνεχιστούν οι πιέσεις στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Δεν πρόκειται για βεβαιότητα ως προς το ύψος των μελλοντικών τιμών, αλλά για έναν κίνδυνο που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη.
Οι μεταβολές στα κυμαινόμενα επαγγελματικά τιμολόγια της ΔΕΗ αναδεικνύουν το μέγεθος της επιβάρυνσης.
Ενδεικτικά, στο πρόγραμμα ΔΕΗ myBusiness 4All+, η τιμή προμήθειας διαμορφώθηκε τον Οκτώβριο στα 0,24710 €/kWh, από 0,19845 €/kWh τον Σεπτέμβριο, σημειώνοντας αύξηση περίπου 24,5%.
Αντίστοιχα, στο επαγγελματικό τιμολόγιο Γ21 της ΔΕΗ, η τιμή αυξήθηκε από 0,19989 €/kWh σε 0,25437 €/kWh, καταγράφοντας άνοδο περίπου 27,3%.
Οι συγκεκριμένες μεταβολές αφορούν τα αντίστοιχα προγράμματα και δεν αντιπροσωπεύουν το σύνολο των επαγγελματικών παροχών. Αποτυπώνουν, ωστόσο, την ένταση της επιβάρυνσης που μπορεί να προκύψει μέσα σε έναν μόλις μήνα.
Παράλληλα, οι χρεώσεις στα πράσινα τιμολόγια των προμηθευτών παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη συστηματική σύγκριση των διαθέσιμων επιλογών. Η τιμή που πληρώνει τελικά κάθε επιχείρηση εξαρτάται από το πρόγραμμα που έχει επιλέξει, τους όρους της σύμβασης και τις εκάστοτε χρεώσεις.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι το ενεργειακό κόστος χρειάζεται συνεχή παρακολούθηση. Μια επιλογή που ήταν συμφέρουσα πριν από μερικούς μήνες δεν είναι δεδομένο ότι παραμένει η καταλληλότερη σήμερα.
Η πορεία των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: τη χονδρεμπορική αγορά, τη ζήτηση, τις καιρικές συνθήκες, τη διαθεσιμότητα των μονάδων παραγωγής και τις διεθνείς τιμές των ενεργειακών προϊόντων.
Κατά τη χειμερινή περίοδο, η αυξημένη ζήτηση μπορεί να ενισχύσει τις πιέσεις στις τιμές. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι αυξήσεις είναι αναπόφευκτες, καθώς καθοριστικό ρόλο θα παίξουν και οι υπόλοιπες συνθήκες που θα επικρατήσουν στην αγορά.
Ωστόσο, όταν έχουν ήδη καταγραφεί σημαντικές ανατιμήσεις, οι επιχειρήσεις δεν έχουν την πολυτέλεια να περιμένουν παθητικά την εξέλιξη των πραγμάτων.
Για έναν φούρνο, ένα ζαχαροπλαστείο, ένα εστιατόριο, ένα κρεοπωλείο, ένα ξενοδοχείο ή μια μικρή βιοτεχνία, το ρεύμα είναι απαραίτητο για την καθημερινή λειτουργία. Η κατανάλωση δεν μπορεί να περιοριστεί εύκολα χωρίς επιπτώσεις στην παραγωγή, στην εξυπηρέτηση των πελατών ή στην ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών.
Όταν το ενεργειακό κόστος αυξάνεται, ο επαγγελματίας καλείται είτε να απορροφήσει την επιβάρυνση μειώνοντας το περιθώριο κέρδους του είτε να εξετάσει την αναπροσαρμογή των τιμών του. Και οι δύο επιλογές έχουν συνέπειες.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν αφορά μόνο τον λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος. Αφορά τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να συνεχίσουν να λειτουργούν ανταγωνιστικά, να διατηρούν θέσεις εργασίας και να ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους.
Το ενεργειακό κόστος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως υπόθεση μεμονωμένων επιχειρήσεων ούτε να μετακυλίεται αποκλειστικά στους επαγγελματίες. Όταν οι αυξήσεις αποκτούν τέτοια ένταση, η Πολιτεία οφείλει να αναλαμβάνει άμεσα θεσμική δράση, με συγκεκριμένα μέτρα και σαφές χρονοδιάγραμμα, για την προστασία της επιχειρηματικής δραστηριότητας και της απασχόλησης.
Με την ιδιότητά μου ως Ειδικού Συμβούλου σε θέματα ενέργειας της Ομοσπονδίας Αρτοποιών Ελλάδος και στο πλαίσιο της συνεργασίας μας με τις επαγγελματικές ομοσπονδίες, αναλάβαμε τεκμηριωμένη θεσμική πρωτοβουλία προς το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
Μέσω της Ομοσπονδίας Αρτοποιών Ελλάδος (Ο.Α.Ε.) και της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας (Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε.), καταθέσαμε συγκεκριμένη πρόταση για έκτακτη επιδότηση της ηλεκτρικής ενέργειας προς τις επιχειρήσεις, με στόχο να περιοριστεί η επιβάρυνση από τις αυξημένες τιμές και να αποτραπούν περαιτέρω πιέσεις στη βιωσιμότητά τους.
Η πρόταση προβλέπει η στήριξη να συνδέεται με την περίοδο κατά την οποία οι χρεώσεις στα κυμαινόμενα επαγγελματικά τιμολόγια της ΔΕΗ υπερβαίνουν τα 0,15 ευρώ ανά κιλοβατώρα, καλύπτοντας ολόκληρο το διάστημα των αυξημένων τιμών και όχι έναν μόνο μήνα. Αφορά αποκλειστικά κυμαινόμενα τιμολόγια και όχι σταθερά προγράμματα.
Η λογική είναι σαφής: όταν το ενεργειακό κόστος επιβαρύνει δυσανάλογα τη λειτουργία των επιχειρήσεων, η Πολιτεία οφείλει να εξετάζει στοχευμένα μέτρα με σαφή κριτήρια, διαφάνεια, αντικειμενικότητα και σύνδεση με την πραγματική κατανάλωση.
Η επιδότηση αποτελεί ένα αναγκαίο, αλλά προσωρινό, ανάχωμα. Μπορεί να περιορίσει τις άμεσες επιπτώσεις των αυξήσεων και να δώσει ανάσα στις επιχειρήσεις, δεν υποκαθιστά όμως τη μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση των προβλημάτων της αγοράς. Απαιτούνται παράλληλα διαρθρωτικές παρεμβάσεις και σαφείς πολιτικές αποφάσεις.
Μέχρι σήμερα, δεν έχουμε λάβει καμία απάντηση από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας επί της συγκεκριμένης πρότασης.
Η σιωπή δεν μπορεί να συνεχιστεί. Δεν πρόκειται για αντιπαράθεση, αλλά για ζήτημα άμεσης και μετρήσιμης οικονομικής σημασίας. Όταν οι αυξήσεις αποτυπώνονται στους λογαριασμούς και απειλούν τη λειτουργία των επιχειρήσεων, οι αποφάσεις δεν μπορούν να αναβάλλονται επ' αόριστο.
Οι επαγγελματίες δικαιούνται σαφείς απαντήσεις, συγκεκριμένες παρεμβάσεις και μέτρα που ανταποκρίνονται στις πραγματικές συνθήκες της αγοράς. Δικαιούνται επίσης τη βεβαιότητα ότι οι θεσμικές προτάσεις που κατατίθενται για την προστασία τους εξετάζονται με τη σοβαρότητα που απαιτεί η κατάσταση.
Θα συνεχίσουμε να διεκδικούμε λύσεις μέσα από τη συνεργασία των επαγγελματικών φορέων, με τεκμηριωμένες προτάσεις, θεσμική επιμονή και απαίτηση για άμεση ανταπόκριση.
Παράλληλα με τις θεσμικές παρεμβάσεις, κάθε επιχείρηση χρειάζεται να εξετάζει τι μπορεί να κάνει η ίδια για να διαχειριστεί αποτελεσματικότερα το ενεργειακό της κόστος.
Ένα από τα συχνότερα λάθη είναι ότι η αξιολόγηση του τιμολογίου γίνεται μόνο όταν φτάσει ο αυξημένος λογαριασμός. Σε μια αγορά που μεταβάλλεται διαρκώς, η επιλογή ενός προγράμματος πριν από μερικούς μήνες δεν εγγυάται ότι αυτό εξακολουθεί να είναι το καταλληλότερο σήμερα.
Η αξιολόγηση πρέπει να λαμβάνει υπόψη την πραγματική κατανάλωση, το ωράριο λειτουργίας, τους συμβατικούς όρους, τις εκπτώσεις και τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η τελική χρέωση.
Δεν υπάρχει μία λύση που να ταιριάζει σε όλες τις επιχειρήσεις. Ούτε είναι απαραίτητο ότι η αλλαγή παρόχου αποτελεί πάντοτε την καλύτερη επιλογή.
Στη ΔΕΛΤΑ Ενεργειακοί Σύμβουλοι, μέσα από τη συνεργασία μας με επαγγελματικούς φορείς και ομοσπονδίες από το 2022, υποστηρίζουμε επιχειρήσεις διαφορετικών κλάδων στην αξιολόγηση του ενεργειακού τους κόστους.
Η προσέγγισή μας βασίζεται στην ανάλυση των δεδομένων, στη σύγκριση των διαθέσιμων επιλογών και στην αναζήτηση των καταλληλότερων όρων για κάθε επαγγελματία. Στόχος είναι να λαμβάνονται αποφάσεις με πραγματικά στοιχεία και όχι με γενικές υποσχέσεις εξοικονόμησης.
Οι αυξήσεις του Οκτωβρίου αποτελούν προειδοποίηση για την αγορά. Ο Νοέμβριος και ο Δεκέμβριος ενδέχεται να αποδειχθούν ακόμη πιο απαιτητικοί, εφόσον οι συνθήκες συνεχίσουν να ασκούν ανοδικές πιέσεις στις τιμές.
Δεν μπορούμε να ελέγξουμε τη διεθνή αγορά ούτε να καθορίσουμε την πορεία της χονδρεμπορικής τιμής. Μπορούμε, όμως, να απαιτήσουμε θεσμικές λύσεις και να φροντίσουμε ώστε κάθε επιχείρηση να γνωρίζει τις πραγματικές χρεώσεις της και τις διαθέσιμες επιλογές της.
Η αγορά χρειάζεται ουσιαστικές παρεμβάσεις. Οι επιχειρήσεις χρειάζονται στήριξη και όχι απλώς διαπιστώσεις για το πρόβλημα.
Και κάθε επαγγελματίας χρειάζεται να γνωρίζει αν πληρώνει για την ενέργειά του περισσότερα χρήματα από όσα θα έπρεπε.
Καλώ κάθε επαγγελματία που προβληματίζεται για τις χρεώσεις του να επικοινωνήσει μαζί μου, ώστε να εξετάσουμε τα δεδομένα της παροχής του και τις διαθέσιμες επιλογές για την επιχείρησή του.
Μην περιμένετε τον επόμενο αυξημένο λογαριασμό για να δράσετε. Επικοινωνήστε μαζί μου σήμερα, για να εξετάσουμε τεκμηριωμένα πώς μπορεί να περιοριστεί το ενεργειακό κόστος της επιχείρησής σας.
Η προστασία της επιχείρησης ξεκινά με γνώση, έγκαιρη παρέμβαση και αποφάσεις που βασίζονται σε στοιχεία.