Ιωάννης Κ. Αυγουστίδης
Περιφερειακός Διευθυντής ΔΕΛΤΑ Ενεργειακοί Σύμβουλοι
23 Σεπτεμβρίου 2026
Η ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας εισέρχεται στο φθινόπωρο με ένα δεδομένο που δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί: η περίοδος των σχετικά ήρεμων τιμών του πρώτου εξαμήνου έχει δώσει τη θέση της σε μια αγορά με αυξημένη μεταβλητότητα και σημαντικές ανοδικές πιέσεις.
Το ζητούμενο πλέον δεν είναι αν θα υπάρξουν διακυμάνσεις. Αυτό θεωρείται δεδομένο.
Το πραγματικό ερώτημα για τις επιχειρήσεις είναι πόσο έντονες θα είναι αυτές οι διακυμάνσεις, πόσο θα διαρκέσουν και —κυρίως— πόσο από το κόστος αυτό θα περάσει στα τιμολόγια των επόμενων μηνών.
Ο Αύγουστος έκλεισε με μέση τιμή στην Αγορά Επόμενης Ημέρας περίπου 133,40 €/MWh, έναντι 109,95 €/MWh τον Ιούλιο, καταγράφοντας σημαντική μηνιαία αύξηση.
Ο Σεπτέμβριος, όμως, εξελίσσεται ακόμη πιο πιεστικά.
Μέχρι τις 23 Σεπτεμβρίου, η μέση χονδρεμπορική τιμή κινείται περίπου στα 160 €/MWh, έναντι 133,40 €/MWh τον Αύγουστο. Αυτό αντιστοιχεί σε αύξηση περίπου 20% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα. Παράλληλα, στις 22 Σεπτεμβρίου η ημερήσια τιμή έφθασε τα 211,76 €/MWh, στο υψηλότερο επίπεδο του 2026 μέχρι σήμερα.
Η εικόνα αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική αγορά, διότι η χονδρεμπορική τιμή αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος προμήθειας και, ανάλογα με το προϊόν και τη μεθοδολογία του προμηθευτή, την τελική χρέωση του καταναλωτή.
Και εδώ βρίσκεται το πρώτο σημαντικό συμπέρασμα:
Η αγορά δεν βρίσκεται πλέον σε καθεστώς σταθερότητας. Βρίσκεται σε καθεστώς αυξημένου ενεργειακού ρίσκου.
Η επίδραση της χονδρεμπορικής αγοράς έχει ήδη περάσει στη λιανική.
Τον Σεπτέμβριο η μέση χρέωση των πράσινων και κίτρινων τιμολογίων σημείωσε σημαντικές αυξήσεις σε σχέση με τον Αύγουστο, ενώ οι επιμέρους χρεώσεις των προμηθευτών παρουσίασαν σημαντικές αποκλίσεις.
Αυτό είναι ένα ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο για τις επιχειρήσεις.
Δεν αρκεί πλέον να γνωρίζει κάποιος ποιος είναι ο πάροχος.
Πρέπει να γνωρίζει:
ποιο προϊόν έχει,
ποια είναι η μεθοδολογία τιμολόγησης,
ποια στοιχεία της χονδρεμπορικής αγοράς επηρεάζουν την τιμή,
ποιο είναι το ενεργειακό προφίλ της επιχείρησης,
και ποιο είναι το επίπεδο ρίσκου που αναλαμβάνει.
Η ίδια κατανάλωση δεν έχει απαραίτητα το ίδιο οικονομικό αποτέλεσμα σε δύο διαφορετικά συμβόλαια.
Η σημερινή ενεργειακή εξίσωση δεν μπορεί να αναλυθεί χωρίς το φυσικό αέριο.
Η ευρωπαϊκή αγορά έχει πλέον μεγαλύτερη έκθεση στη διεθνή αγορά LNG. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι η μετάβαση από το ρωσικό pipeline gas προς το LNG έχει διαφοροποιήσει τις πηγές προμήθειας, αλλά ταυτόχρονα έχει αυξήσει την έκθεση της Ευρώπης στις διεθνείς διακυμάνσεις του φυσικού αερίου.
Και αυτό μεταφέρεται στην ηλεκτρική ενέργεια.
Όταν μονάδες φυσικού αερίου καθορίζουν την οριακή τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας, μια έντονη μεταβολή στο κόστος του αερίου μπορεί να μεταφερθεί γρήγορα στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρισμού.
Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι το TTF έχει κινηθεί σε επίπεδα περίπου 75–80 €/MWh, με την Wood να εκτιμά, στο βασικό της σενάριο, ότι περίπου τα 80 €/MWh θα μπορούσαν να διατηρηθούν κατά τη διάρκεια του χειμώνα, εφόσον δεν υπάρξει άμεση εξομάλυνση των γεωπολιτικών συνθηκών.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η τιμή του ρεύματος θα κινηθεί μηχανικά προς ένα συγκεκριμένο επίπεδο.
Σημαίνει όμως ότι το βασικό κόστος καυσίμου που επηρεάζει την οριακή τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει σε ζώνη υψηλού κινδύνου.
Εδώ βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες παρεξηγήσεις της αγοράς.
Η αύξηση των φωτοβολταϊκών και των αιολικών μονάδων έχει πράγματι συμβάλει στη μείωση του κόστους ηλεκτροπαραγωγής σε πολλές ώρες.
Ταυτόχρονα, όμως, η μεταβλητότητα της παραγωγής από ΑΠΕ δημιουργεί μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις μέσα στην ίδια ημέρα.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή περιγράφει ακριβώς αυτή τη νέα πραγματικότητα: περισσότερες ΑΠΕ σημαίνουν περισσότερες ώρες πολύ χαμηλών τιμών, αλλά και μεγαλύτερη μεταβλητότητα όταν η παραγωγή από ήλιο και άνεμο δεν επαρκεί και χρειάζεται να ενεργοποιηθούν ακριβότερες μονάδες, μεταξύ των οποίων και μονάδες φυσικού αερίου.
Αυτό σημαίνει ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν εξαφανίζει τη μεταβλητότητα.
Αλλάζει τη μορφή της.
Και γι' αυτό η αποθήκευση ενέργειας, οι διασυνδέσεις, οι έξυπνοι μετρητές και η ενεργειακή ευελιξία αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία.
Με τα δεδομένα της 23ης Σεπτεμβρίου, η εικόνα δείχνει ανοδική πίεση.
Η μέση τιμή της χονδρεμπορικής αγοράς τον Σεπτέμβριο βρίσκεται ήδη αισθητά πάνω από τον Αύγουστο. Εφόσον η τάση αυτή διατηρηθεί μέχρι το τέλος του μήνα, είναι εύλογο να αναμένουμε ότι θα δημιουργήσει πίεση στις τιμές των κυμαινόμενων προϊόντων που θα διαμορφωθούν για τον Οκτώβριο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι πάροχοι θα μεταφέρουν την ίδια αύξηση.
Ο τρόπος προμήθειας ενέργειας, η στρατηγική αντιστάθμισης κινδύνου, το χαρτοφυλάκιο του κάθε προμηθευτή και η εμπορική του πολιτική μπορούν να διαφοροποιήσουν σημαντικά το τελικό αποτέλεσμα.
Επομένως, δεν θα ήταν επαγγελματικά ορθό να πούμε σήμερα ότι «τον Οκτώβριο το ρεύμα θα αυξηθεί κατά Χ%».
Αυτό που μπορούμε να πούμε με ασφάλεια είναι ότι:
τα σημερινά δεδομένα δεν δημιουργούν περιβάλλον για εύκολη αποκλιμάκωση των κυμαινόμενων τιμών.
Ο Οκτώβριος είναι μόνο το πρώτο σημείο αναφοράς.
Ο πραγματικός παράγοντας αβεβαιότητας είναι το διάστημα Νοέμβριος 2026 – Φεβρουάριος 2027.
Εάν συνδυαστούν:
υψηλές τιμές φυσικού αερίου,
αυξημένη ζήτηση λόγω χαμηλών θερμοκρασιών,
περιορισμένη παραγωγή από ΑΠΕ σε συγκεκριμένες περιόδους,
γεωπολιτική αστάθεια,
περιορισμοί στις διεθνείς ροές LNG,
τότε η χονδρεμπορική αγορά μπορεί να παραμείνει σε υψηλά επίπεδα ή να παρουσιάσει έντονες ημερήσιες διακυμάνσεις.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει ότι η κατάσταση στην αγορά φυσικού αερίου παραμένει ιδιαίτερη και απαιτεί στενή παρακολούθηση, παρότι δεν διαπιστώνεται άμεσος κίνδυνος ασφάλειας εφοδιασμού για την ΕΕ.
Αυτό είναι σημαντική διάκριση:
άλλο η επάρκεια ενέργειας και άλλο η τιμή της ενέργειας.
Μπορεί να υπάρχει επάρκεια φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας και ταυτόχρονα το κόστος να παραμένει υψηλό.
Για μια επιχείρηση με σημαντική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, η επιλογή τιμολογίου δεν μπορεί πλέον να γίνεται μόνο με βάση την τιμή που εμφανίζεται στην πρώτη γραμμή μιας προσφοράς.
Χρειάζεται ανάλυση του συνολικού ενεργειακού ρίσκου.
Το ελληνικό σύστημα τιμολόγησης διακρίνει πλέον τα προϊόντα σε μπλε σταθερά, πράσινα ειδικά κυμαινόμενα, κίτρινα κυμαινόμενα και πορτοκαλί δυναμικά τιμολόγια, με διαφορετική σχέση μεταξύ προβλεψιμότητας και έκθεσης στη χονδρεμπορική αγορά.
Για τον επαγγελματία, λοιπόν, το σωστό ερώτημα δεν είναι:
Ποιο είναι το φθηνότερο τιμολόγιο σήμερα;
Το σωστό ερώτημα είναι:
Ποια δομή τιμολόγησης είναι κατάλληλη για το δικό μου ενεργειακό προφίλ και ποιο επίπεδο κινδύνου μπορώ να διαχειριστώ;
Αυτό είναι μια ουσιαστικά διαφορετική προσέγγιση.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ίδια για όλες τις επιχειρήσεις.
Ένα σταθερό προϊόν μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στον προϋπολογισμό, αλλά ενδέχεται να ενσωματώνει υψηλότερο κόστος ασφάλισης έναντι της αγοράς.
Ένα κυμαινόμενο προϊόν μπορεί να επωφεληθεί από μια πτώση της χονδρεμπορικής αγοράς, αλλά ταυτόχρονα εκθέτει την επιχείρηση σε μεγαλύτερη μεταβλητότητα.
Η επιλογή επομένως πρέπει να βασίζεται σε:
κατανάλωση + προφίλ φορτίου + διάρκεια σύμβασης + ανοχή στο ρίσκο + εμπορική στρατηγική της επιχείρησης.
Και όχι σε μια απλή σύγκριση τιμής/kWh.
Η ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας βρίσκεται σε μια μεταβατική φάση.
Από τη μία πλευρά, οι επενδύσεις σε ΑΠΕ, αποθήκευση και διασυνδέσεις μπορούν να μειώσουν μακροπρόθεσμα το κόστος και να περιορίσουν την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.
Από την άλλη, η σημερινή αγορά εξακολουθεί να επηρεάζεται έντονα από το φυσικό αέριο και από τις διεθνείς γεωπολιτικές εξελίξεις.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι η αυξανόμενη διείσδυση των ΑΠΕ μειώνει τις μέσες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει τη μεταβλητότητα της αγοράς.
Αυτό σημαίνει ότι η ενεργειακή στρατηγική μιας επιχείρησης πρέπει πλέον να γίνει περισσότερο ενεργή και λιγότερο παθητική.
Με βάση τα δεδομένα που είναι διαθέσιμα σήμερα, η αγορά παρουσιάζει σαφή ανοδική πίεση βραχυπρόθεσμα, ιδιαίτερα στα προϊόντα που έχουν μεγαλύτερη έκθεση στη χονδρεμπορική αγορά.
Δεν θεωρώ υπεύθυνο να δοθεί σήμερα μια απόλυτη πρόβλεψη για συγκεκριμένη τιμή ηλεκτρικής ενέργειας τον Δεκέμβριο ή τον Ιανουάριο.
Η αγορά εξαρτάται από μεταβλητές που μπορούν να αλλάξουν μέσα σε λίγες ημέρες.
Αυτό που μπορούμε όμως να αξιολογήσουμε είναι το ρίσκο.
Και σήμερα το ενεργειακό ρίσκο για την ελληνική αγορά είναι σαφώς υψηλότερο από αυτό που βλέπαμε πριν από μερικούς μήνες.
Για μια επιχείρηση με υψηλή κατανάλωση, αυτό σημαίνει ότι η αναμονή χωρίς ενεργειακό σχεδιασμό μπορεί να αποδειχθεί ακριβή επιλογή.
Για μια σύγχρονη επιχείρηση, το ενεργειακό κόστος αποτελεί μέρος του επιχειρηματικού σχεδιασμού.
Η σωστή διαχείριση δεν είναι να αναζητούμε κάθε μήνα απλώς τη χαμηλότερη τιμή.
Είναι να γνωρίζουμε:
πόσο καταναλώνουμε, πότε καταναλώνουμε, με ποιο συμβόλαιο αγοράζουμε, ποιο ρίσκο αναλαμβάνουμε και πώς μπορούμε να το περιορίσουμε.
Η ενεργειακή αγορά θα συνεχίσει να αλλάζει.
Οι επιχειρήσεις που θα έχουν τα δεδομένα τους, θα παρακολουθούν την αγορά και θα λαμβάνουν αποφάσεις πριν από την επόμενη μεγάλη μεταβολή, θα έχουν σημαντικό πλεονέκτημα στη διαχείριση του κόστους τους.
Η ενέργεια δεν χρειάζεται απλώς έναν προμηθευτή.
Χρειάζεται στρατηγική.
Το παρόν άρθρο αποτυπώνει την κατάσταση της αγοράς με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα έως 23/09/2026. Οι αναφορές σε μελλοντικές τιμές αποτελούν εκτίμηση της τάσης και όχι εγγυημένη πρόβλεψη. Οι τελικές τιμές λιανικής εξαρτώνται από την εξέλιξη της χονδρεμπορικής αγοράς, το προϊόν, τη μεθοδολογία τιμολόγησης και την εμπορική πολιτική κάθε προμηθευτή.